31 Μαρ 2007

Ζούμε ανάμεσα τους













Ένας τίτλος ταινίας θρίλερ που έχει επικρατήσει πια σαν έκφραση της καθημερινότητας: "Ζούνε ανάμεσα μας". Οι εξωγήινοι, οι βρυκόλακες, οι μεταλλαγμένοι, οι χούλιγκανς, τα λαμόγια, οι ΕΛ, οι βλάκες. Όποιοι και να είναι, φαίνεται πως τους αφήσαμε να αναπαραχθούν σαν τα κουνέλια, και τώρα μάλλον εμείς είμαστε που ζούμε ανάμεσα τους. Όποιοι και να είμαστε τελικά κι εμείς...
"Invasion of the Body-Snatchers" (άλλο ένα φοβερό και αλληγορικό θρίλερ - τουλάχιστον η βερσιόν του 1978 από όπου και οι φωτογραφίες του post). Έρχονται λέει κάτι φυτά από το διάστημα και μας υποτάσσουν κλωνοποιώντας άβουλα αντίγραφα μας την ώρα που κοιμόμαστε. Μετά τα πρωτότυπα (δηλαδή εμείς) γίνονται λίπασμα. Πόσο να αντέξουμε να μείνουμε ξύπνιοι και να κρυβόμαστε; Έλα ντε.

Ένα περιστασιακό ζάπινγκ αρκεί. Μία βόλτα στην πόλη το ίδιο. Και στην επαρχία ακόμη. Είναι περισσότεροι. Δεν προλάβαμε να πάρουμε χαμπάρι πότε έγιναν τόσοι πολλοί. Σιγά-σιγά κατέλαβαν τα σώματα και τις ψυχές των γύρω μας. Και τώρα πια έχει έρθει η σειρά μας λοιπόν. Πάει, την έχουμε βάψει για τα καλά. Θύματα μιας σύγχρονης Κίρκης, νιώθουμε καλά τι σημαίνει να γίνεσαι γουρούνι. Σκληραίνει το πετσί μας, βυθιζόμαστε στη λάσπη και παχαίνει το κρέας μας. Το μαχαίρι του σφαγέα ακονίζεται... Ένα ζάπινγκ αρκεί. Ή μια βόλτα. Ακόμα κι εδώ μέσα στα μπλογκς δε μπορεί κανείς να νιώσει ασφάλεια. Είμαστε σκόρπιοι και φοβισμένοι. Περιμένουμε απλά να έρθει το τέλος. Κρυβόμαστε ανάμεσα τους. Μέχρι πότε;

Παρανοϊκός; Σαφέστατα, όσο δεν παίρνει άλλο. Πώς να μην είμαι παρανοϊκός όμως όταν ζω σ’ έναν κόσμο όπου η καφρίλα σκοτώνει ανθρώπους σε αγώνες γυναικείου βόλεϊ, όπου σχολικά βιβλία ρίχνονται στην πυρά, όπου οι ζαρντινιέρες έχουν πολιτική άποψη και οι ασφαλισμένοι γίνονται εν αγνοία τους μέτοχοι σε off-shore εταιρείες... Σε ένα κόσμο σταυροφόρων και μουλάδων κάθε είδους και απόχρωσης, όπου το χρήμα παράγει αίμα και το αίμα παράγει χρήμα. Μπορεί να μην είμαι και τόσο διαφορετικός από αυτούς, μπορεί και να έχω άδικο που διαμαρτύρομαι και να είναι αυτό το λαμπρό μέλλον της ανθρωπότητας. Μπορεί και όχι όμως. Το ελπίζω πραγματικά ότι δεν κάναμε τόσο κόπο να φτάσουμε μέχρι εδώ μόνο και μόνο για να καταστραφούμε με τόσο φρικτά γελοίο τρόπο.

Γαμώτο, πάλι οργισμένο και δημαγωγικό μου βγήκε το κείμενο. Γιατί άραγε;

29 Μαρ 2007

Ο Γαργαντούας

Όταν ήμουν παιδί, είχε πέσει στα χέρια μου ένα βιβλίο που περιέγραφε τις περιπέτειες ενός αδηφάγου γίγαντα, του Γαργαντούα. Θυμάμαι ακόμα πόση εντύπωση μου είχε κάνει ο τύπος. Έτρωγε λέει ολόκληρα βόδια στην καθησιά του, καταβρόχθιζε καρβέλια που για να φτιαχτούν χρειάζονταν δεκάδες σακιά από αλεύρι, ξεκλήριζε κοπάδια και μασουλούσε χωράφια για πλάκα. Μία οικολογική καταστροφή από μόνος του, καθώς και ακατάπαυστη όρεξη. Πρέπει να είχε και γαμώ τα πεπτικά συστήματα για να αντέχει τόσο φαγοπότι ο Γαργαντούας. Και σα να μην έφτανε αυτό, απέκτησε κι έναν εξίσου λαίμαργο γιο, ονόματι Πανταγκρουέλ, με τον οποίο ξεκοκάλιζαν όλο το αποτέλεσμα του μόχθου των δύστυχων χωρικών.

Τον θυμήθηκα πρόσφατα τον Γαργαντούα, με αφορμή κάποιους σύγχρονους απογόνους του που - μεταφορικά τουλάχιστον - δε λένε να σταματήσουν να τρώνε ό,τι βρουν μπροστά τους. Με χρυσά κουτάλια, αδειάζουν ταμεία και χλαπακιάζουν μίζες - κι αν τους πει κανείς τίποτα προσπαθούν να τον πείσουν ότι κάνουν δίαιτα για το καλό του ελληνικού λαού. Ταυτόχρονα ρεύονται κι ακονίζουν τα μαχαίρια τους για το επόμενο πλούσιο έδεσμα. Απορώ πραγματικά: που το βάζουν τόσο φαΐ; Τι θα τα κάνουν τόσα φράγκα; Πόσα στόματα κολλητών και υποστηρικτών έχουν να θρέψουν; Και κυρίως, δεν υπάρχει περίπτωση να βαρυστομαχιάσουν ποτέ; Μάλλον όχι είναι η απάντηση, αφού οι εκάστοτε Γαργαντούες της εξουσίας έχουν πάντα μια ιδιαίτερη ευκολία στο χέσιμο. Αλίμονο σε όποιον έχει την ατυχία να στέκεται από κάτω...


Γραμμένα από τον François Rabelais τον 16ο αιώνα, τα παραμύθια του Γαργαντούα και του διαδόχου του Πανταγκρουέλ ήταν σατιρικές ιστορίες γεμάτες υπερβολές και σκατολογικό χιούμορ, που γνώρισαν μεγάλη λαϊκή απήχηση. Οι δύο αχόρταγοι γίγαντες συμβόλιζαν την ελευθερία σε βαθμό απόλυτης ασυδοσίας, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που οι πράξεις τους συνδέονταν έμμεσα με τα τερτίπια του κλήρου και των τοπικών ηγεμόνων της εποχής. Από αυτές τις κωμικές ιστορίες προέκυψε και ο όρος grotesque (γκροτέσκο ελληνιστί), που υποδηλώνει την κυριολεκτική όσο και μεταφορική παχυσαρκία, καθώς και τη λογοτεχνική υπερβολή που ξεπερνάει τα όρια του καλού γούστου. Ακριβώς ό,τι βιώνουμε και σήμερα δηλαδή...

28 Μαρ 2007

Οι Ρομπέν των Χαζών

Κλέβουν από τους φτωχούς και τα δίνουν στους πλούσιους...


Και φυσικά οι χαζοί είμαστε εμείς που κάνουμε τουμπεκί ψιλοκομμένο και καθόμαστε να ψηφίσουμε το κάθε λαμόγιο (μη χαίρεστε οι Πασόκοι, έχω ράμματα και για τη δική σας γούνα). Χαμένοι σε ένα δάσος από κεραίες τηλεόρασης, βρήκαμε σοβαρούς ανθρώπους για να μας προστατέψουν από την κοινωνική αδικία και να λύσουν τα μεγάλα προβλήματα του έθνους. Σκατά στα μούτρα μας...

Στο μεταξύ, δικάζεται ως εγκληματίας ο Αντώνης Τσιπρόπουλος, επειδή στο aggregator του Blogme.gr είχε βάλει link που οδηγούσε στο site του FunEL. Μπράβο ρε μαλάκες, αυτόν να πιάσετε, αυτός είναι που φταίει για όλα μας τα δεινά, ενώ οι υπόλοιποι είναι μια χαρά παιδιά - και ούτε κλέβουνε ούτε τίποτα...

Ρε, πάμε καλά;

Για συζήτηση σχετικά με τον τρόπο υποστήριξης του Αντώνη από τον απόλυτο παραλογισμό, εδώ).


26 Μαρ 2007

Απεξάρτηση Τώρα!

Όμορφη όπως πάντα η Θεσσαλονίκη, κι ας μας τα χάλασε λίγο ο καιρός. Βόλτες, προβολές ντοκιμαντέρ, συζητήσεις, μεζεδάκια... Τη χρειαζόμουν αυτή την αποτοξίνωση από το ευγενές αλκοολίκι του blogging. Μέσα τα κεφάλια τώρα, αλλά προς το παρόν τουλάχιστον λέω να αφιερώσω λίγο χρόνο για να ασχοληθώ και με άλλα πράγματα πέρα από το γνωστό παιχνίδι "ποστάρω-κομεντάρω". Είμαι ο Helix και είμαι καλά.

Δικαίωμα στην απεξάρτηση λοιπόν. Όχι μόνο από το blogging, αλλά και από άλλες – πιο βλαβερές – συνήθειες. Όπως για παράδειγμα από την ακατάσχετη εθνικοφροσύνη, που μετέτρεψε ένα παιχνίδι με τόπι σε ρεβάνς για την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Αν είναι ποτέ δυνατόν. Τύποι ντυμένοι με χλαμύδες και περικεφαλαίες να ωρύονται και να πλακώνονται μεταξύ τους για την ήττα της εθνικής ποδοσφαιρικής μας ομάδας από τους Τούρκους. Ελληνάρες κάφροι που γιουχάρουν τον εθνικό ύμνο μιας ξένης χώρας και πετάνε σπασμένα καθίσματα στον αγωνιστικό χώρο - οι τιμημένοι απόγονοι του Περικλή και του Κολοκοτρώνη... Προσεβλήθησαν λέει από το θέαμα που αντίκρυσαν και αγανάκτησαν οι ανθρώποι. Ε, καλά να πάθουν. Ας μην έδιναν τέτοια σημασία σε ένα παιχνίδι. Ας καταλάβαιναν εγκαίρως ότι είναι ύβρις να εξομοιώνεται ολόκληρη Μικρασιατική Καταστροφή με ενενήντα λεπτά κλωτσοπατινάδας επί χόρτου. Κι ας μάθαιναν επιτέλους ότι μια ζωή ουραγοί ήμασταν στο ποδόσφαιρο, και (με μία και μοναδική φωτεινή εξαίρεση) για άλλη μια φορά παίρνουμε αυτό που μας αξίζει. Θα μου πεις, δεν φταίνε αυτοί που είναι ανεγκέφαλοι, φταίνε αυτοί που τους ποτίζουν το ληγμένο νέκταρ της ελληνορθόδοξης πατριδολαγνείας.

Και τώρα δηλαδή που χάσαμε τι έγινε; Καταρρίφτηκε πια η θεωρία της ανωτερότητας των ελληνικών γονιδίων; Μήπως φταίει για την εθνική μας ντροπή ο Γερμανός προδότης (που μέχρι χθες ήταν ισόθεος ήρωας;) Ή μήπως πιστεύουμε ότι ελέω Θεού (που ως γνωστόν είναι Έλληνας) μας ανήκει δικαιωματικά η οποιαδήποτε κούπα; Βρε μπας κι έχουμε τρελαθεί πια τελείως σ’ αυτή τη χώρα; Ομολογώ ότι από μια μεριά χαίρομαι που φάγαμε τέσσερα γκολάκια. Όχι γιατί είμαι ανθέλληνας, αλλά γιατί έτσι και κερδίζαμε θα γινόταν της αμετροέπειας το κάγκελο. Θα βλέπαμε τον Ψωμιάδη καβάλα σε άλογο και τον Λιακόπουλο καβάλα σε αντιβαρυτική κοσμοσφαίρα. Θα αποδεικνυόταν περίτρανα ότι η Πόλη μας ανήκει και θα απαιτούσαμε από τους Τούρκους να μας την παραδώσουν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Άσε που θα κατεβαίναμε πάλι στους δρόμους να κλαίμε από χαρά και να δέρνουμε τους περαστικούς μετανάστες. Γελοιότητες κομπλεξικών βαρβάρων .

Μάγκες, χωνέψτε το για τα καλά: δεν υπάρχει εύκολος δρόμος για να χτιστούν αυτοκρατορίες. Θέλετε να γίνουμε παγκόσμια υπερδύναμη στο τόπι; Μέσα. Φτιάξτε υποδομές, διώξτε τα χουλιγκάνια, φυλακίστε τα λαμόγια, χώστε το χέρι βαθιά στην τσέπη και κάντε υπομονή μερικές δεκαετίες. Αν όμως θέλετε να γίνουμε παγκόσμια υπερδύναμη γενικώς, πάρτε κάνα λεξοτανίλ πρώτα και μετά κοιτάξτε να ξεκινήσετε τον σκληρό κι επίπονο δρόμο της ουσιαστικής ανάπτυξης. Θα πάρει αιώνες. Με πραγματική παιδεία και σοβαρό μακροπρόθεσμο σχεδιασμό τόσο στην οικονομία, όσο και στην πρόνοια. Με έργα χωρίς μίζες και πολιτισμό χωρίς φανφάρες. Με εξωτερική πολιτική που δεν πουλάει τσαμπουκά εκ του ασφαλούς και μετά πάει και γλείφει το χέρι του αφεντικού κάτω από το τραπέζι. Με σεβασμό στη γη που μας ανέθρεψε και προϋπήρξε μερικά εκατομμύρια χρόνια πριν γεννηθούν οι μεγάλοι σοφοί και οι ένδοξοι στρατηλάτες του παρελθόντος.

Σταματήστε λοιπόν να ψηφίζετε τους διαδόχους του κάθε Μαυρογυαλούρου και κλείστε το γαμημένο το ενυδρείο όταν παίζει Τραγκαουνάκηδες και Πρετεντερόπουλους. Ανοίξτε κάνα σοβαρό βιβλίο μπας και ξεστραβωθείτε, και με λίγη καλή τύχη ίσως ανακαλύψετε ότι οι αυτοκρατορίες χτίζονται πολύ ζόρικα, μόνο και μόνο για να καταρρεύσουν κάποτε με ένα φύσημα.

19 Μαρ 2007

No Luke, I am your father…

Και για να μην κατηγορηθώ για ελιτισμό και βαριά κουλτούρα...

Ταινία νούμερο 7 (από 7):

Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται (Star Wars – Episode V: The Empire Strikes Back, 1980, dir: Irvin Kershner)

Μπορεί να μην είναι μια από τις καλύτερες ταινίες που γυρίστηκαν ποτέ, είναι όμως σίγουρα μια από τις ταινίες που σημάδεψαν όχι μόνον εμένα, αλλά και ολόκληρη τη γενιά μου. Μακράν το πιο ολοκληρωμένο και πιο πεσσιμιστικό από τα έξι επεισόδια του «Πολέμου των Άστρων», η «Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται» είναι ένα ηρωικό έπος επιστημονικής φαντασίας όπου συντελείται το εξής σπάνιο και παράδοξο για τα δεδομένα του είδους: το καλό γνωρίζει συντριπτική ήττα από το κακό. Προσωρινά εννοείται...

Όχι μόνον οι αυτοκρατορικές δυνάμεις θριαμβεύουν επί των επαναστατών και τους ξεσπιτώνουν, όχι μόνον ο έρωτας του Han Solo με την πριγκήπισα Leia κυριολεκτικά μπαίνει στον πάγο, αλλά αποκαλύπτεται κιόλας ότι ο τρομακτικά κακός και κατάμαυρος άρχοντας Darth Vader είναι στην πραγματικότητα ο πατέρας του μαθητευόμενου Τζεντάι Luke Skywalker. Φρίκη. Η υπερφυσική «Δύναμη» αυτή τη φορά δεν είναι καθόλου μαζί με το νεαρό ήρωα, ο οποίος ακρωτηριάζεται και κλαίει σα μικρό παιδί περιμένοντας τους φίλους του να τον μαζέψουν - μπας και καταφέρει να πάρει εκδίκηση στην επόμενη ταινία.

Μπορεί να σας ακούγονται σήμερα αστεία όλα αυτά, αλλά σας διαβεβαιώ ότι για έναν δεκάχρονο ήταν απολύτως τραγικά. Μου πήρε καιρό να χωνέψω ότι τα πράγματα μπορεί να είναι όντως έτσι. Άσε που ήθελα να κερδίσει το κορίτσι ο Luke… (πού να φανταζόμουν ότι τελικά θα ήταν η αδελφή του;) Η συνειδητοποίηση για το τι ήθελε να πει ο καλλιτέχνης ήρθε φυσικά πολλά χρόνια αργότερα. Μέσα στον υπέρμετρο διδακτισμό του (ευτυχώς μόνο παραγωγού στη συγκεκριμένη ταινία) George Lucas, υπάρχει ένα μάθημα που όλοι πρέπει να κατανοήσουμε: Ο κόσμος είναι σκληρός, αφιλόξενος και άδικος κι εμείς είμαστε μόνοι και αδύναμοι απέναντι στα δεινά που θα τύχουν στην πορεία μας προς τον θάνατο. Επίσης, η όποια μορφή εξουσίας συναντήσουμε μπροστά μας έχει πάντοτε σκοπό να μας υποτάξει με τη βία και οι πιθανότητες να της αντισταθούμε και να κερδίσουμε την ελευθερία μας είναι μηδαμινές. Τελεία.

Δεν είναι εύκολο να αποδεχτεί κανείς ότι η ζωή είναι όντως έτσι. Μας αρέσει να βλέπουμε τα πράγματα ωραιοποιημένα, να έχουμε υπερβολική πίστη στις δυνάμεις μας όσο είμαστε νέοι και να παραιτούμαστε από κάθε προσπάθεια όταν είμαστε πια γέροι και συνειδητοποιούμε ότι τα έχουμε κάνει σκατά. Σαν τον άλλοτε παντοδύναμο (αν και μικροσκοπικό) Yoda, που κατέληξε να κρύβεται σε ένα άθλιο βούρκο και να βγάζει όλο του το κόμπλεξ καβάλα στην πλάτη του νεαρού Luke. Τον μυεί στη σκοτεινή πλευρά της «Δύναμης», αλλά ο πιτσιρικάς είναι ακόμα τυφλός από μίσος και δεν μπορεί να καταλάβει ότι την πραγματική δύναμη την κουβαλάμε καθημερινά μέσα μας και είναι εντελώς στο χέρι μας αν θα αφήσουμε τη σκοτεινή της πλευρά να κάνει κουμάντο. Αν θέλουμε λοιπόν να σώσουμε τουλάχιστον την ψυχή μας, καλά θα κάνουμε να ακούμε πού και πού τι έχουν να μας πουν οι γεροντότεροι – κι ας λένε παράλληλα κι ένα μάτσο ακατάληπτες ανοησίες. Κι ας ξεχάσουμε καλύτερα τους ηρωισμούς και τις παγίδες που κρύβουν η βία και η αντεκδίκηση. Γιατί η αγάπη είναι η μόνη πραγματική δύναμη που μπορεί να νικήσει το σκοτάδι. Ούτε τα μαγικά κόλπα που σε κάνουν να μετακινείς πέτρες με τη σκέψη, ούτε τα γρήγορα διαστημόπλοια που εκτοξεύουν ακτίνες λέιζερ, ούτε καν τα λαμπερά και δολοφονικά φωτόσπαθα. Μόνον η αγάπη. Για την κοπέλα μας (ή το αγόρι μας), για τους φίλους μας, για τους ανθρώπους που μας έφεραν σ’ αυτό τον κόσμο. Οι οποίοι όχι μόνο δεν είναι τέλειοι, αλλά φαντάζουν κάποιες φορές στα μάτια μας σαν αδυσώπητοι τύραννοι με μαύρη μπέρτα – που κάποτε ωστόσο είχαν υπάρξει κι εκείνοι παιδιά κι ονειρεύονταν να ταξιδέψουν στ’ αστέρια.

Στο κάτω-κάτω, αυτό που θα φέρει την πολυπόθητη ισορροπία στη "Δύναμη" (στο επεισόδιο VI - Η επιστροφή των Τζεντάι) δεν είναι το πολεμικό μένος του Luke Skywalker αλλά η θυσία του και η άρνησή του να χτυπήσει έναν άοπλο αντίπαλο, γεγονός που θα ξυπνήσει ξεχασμένα συναισθήματα στον Darth Vader και θα τον κάνει να θυμηθεί ότι κάποτε ακόμα κι αυτός υπήρξε ένας άνθρωπος που αγάπησε παράφορα μια γυναίκα που πίστευε στην ελευθερία.

Μετά από αυτόν τον κινηματογραφικό μαραθώνιο, σκοπεύω να αποσυρθώ για να ξεκουραστώ για λίγες μέρες στην αγαπημένη μου Θεσσαλονίκη και να παρακολουθήσω το πολύ ενδιαφέρον φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της. Μέχρι την επόμενη Δευτέρα λοιπόν, σας αφήνω να σουλατσάρετε ελεύθερα σε όσα από τα προηγούμενα δημοσιεύματά μου κεντρίσουν την περιέργειά σας.

Αnd may the Force be with you...

18 Μαρ 2007

Κομμένα φτερά

Δυσκολεύτηκα πολύ να αποφασίσω ποιές θα είναι οι τελευταίες δύο ταινίες από μόλις επτά που πρέπει να παραθέσω ως τις καλύτερες, ή έστω τις πιο αγαπημένες (πάντοτε για τα δικά μου κριτήρια). Αφήνω πάρα πολύ υλικό απ’ έξω - όχι μόνο ταινίες αλλά και σκηνοθέτες, χρονικές περιόδους, κινηματογραφικά είδη ή ακόμα και ολόκληρες σχολές που κάποτε έγραψαν ιστορία. Αν με ξαναρωτούσαν, πιθανόν αύριο κιόλας να διάλεγα κάποιες άλλες ταινίες στη θέση τους. Προσπαθώντας να βρω κάποια συνέπεια μεταξύ των επιλογών μου προτίμησα να επικεντρωθώ στις ισχνές ιδεολογικές τους συγγένειες – επηρεασμένος ίσως και από τα γεγονότα που τρέχουν γύρω μας χωρίς να υπολογίζουν προσωπικές ευαισθησίες και γλυκόπικρες νεανικές αναμνήσεις.

Ταινία νούμερο 6 (από 7):

Μπραζίλ (Brazil, 1985, dir: Terry Gilliam)







Ένας ανθρωπάκος μπλεγμένος στα γρανάζια μιας ανελέητης γραφειοκρατείας προσπαθεί να διορθώσει ένα ασήμαντο τυπογραφικό λάθος που κόστισε την ελευθερία ενός αθώου πολίτη. Ο ανθρωπάκος κοιμάται και ονειρεύεται ότι έχει φτερά και μπορεί να πετάξει, ότι είναι ήρωας που σώζει μία άγνωστη αγαπημένη από απαίσια τέρατα - ενώ παράλληλα βιώνει την καθημερινότητα μίας γκρίζας μελλοντικής κοινωνίας που θυμίζει αμυδρά κάτι από το παρελθόν. Ο αμερικανός σκηνοθέτης Terry Gilliam (γνωστός και από τη μακρόχρονη συνεργασία του με τους Βρετανούς Monty Pythons) καταφέρνει να κατασκευάσει έναν φανταστικό εφιαλτικό κόσμο που παραπέμπει στο «1984» του George Orwell και ταυτόχρονα να τον σατιρίσει με το μοναδικό του αλλοπρόσαλλο στυλ, παρουσιάζοντας τον παραλογισμό μιας υποταγμένης – σχεδόν υπνωτισμένης – κοινωνίας και μιας βιομηχανοποιημένης ζωής χωρίς άλλη ελπίδα πέρα από τη φυγή στο καταφύγιο της τρέλας.







Το “
Brazil” είναι μία εξαιρετικά επικαιρη ταινία. Μιλάει για συντηρητικούς δημόσιους υπαλλήλους που φακελώνουν τους πάντες, για αγανακτισμένους πολίτες που το σύστημα βαφτίζει τρομοκράτες και για ρομαντικούς έρωτες που διαλύονται από τη βίαιη επιβολή ενός απρόσωπου και άδικου νόμου. Σχεδόν όλα όσα προφητεύει αυτή η ταινία έχουν επαληθευτεί πια στις μέρες μας. Από τις πλαστικές επεμβάσεις των κυριών της καλής κοινωνίας και τα εξίσου πλαστικά γεύματα τους, μέχρι τις κάμερες που παρακολουθούν αδιακρίτως το κάθε μας βήμα και τα αποστειρωμένα βασανιστήρια που αποσπούν ομολογίες ανύπαρκτων εχθρών ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Είναι υπερβολική ίσως η ματιά του Gilliam και ώρες-ώρες μοιάζει με ένα μπαρόκ ψυχεδελικό παραλήρημα χωρίς συγκεκριμένο ειρμό ή στόχο. Ωστόσο, αν την αποκωδικοποιήσει κανείς θα ανακαλύψει πως δυστυχώς αντιστοιχεί σε καταστάσεις που εικοσιδύο χρόνια μετά είναι ανατριχιαστικά πραγματικές.

16 Μαρ 2007

Μία μόνο σφαίρα αρκεί

Τα πέντε Όσκαρ που έχει κερδίσει η παρακάτω ταινία είναι ίσως και το πιο ασήμαντο πράγμα σχετικά με αυτήν, που (από όλες όσες έχω δει μέχρι σήμερα) πιθανόν και να είναι η εντελώς δική μου αγαπημένη.





Ταινία νούμερο 5 (από 7):

Ο Ελαφοκυνηγός (The Deer Hunter, 1978, dir: Michael Cimino)

Μία μονίμως συννεφιασμένη κωμόπολη των Ηνωμένων Πολιτειών, μια παρέα νεαρών μεταναστών δεύτερης γενιάς που δουλεύουν στο τοπικό εργοστάσιο, ένας ορθόδοξος ρώσικος γάμος κι ένα ξέφρενο γλέντι (ένα μόλις βράδυ πριν καταταγούν οι μισοί), το πρωινό κυνήγι του ελαφιού στο αμόλυντο τοπίο του βουνού πριν φύγουν, η αιχμαλωσία από τους Βιετκόνγκ και το καταλυτικά απελευθερωτικό βασανιστήριο της ρώσικης ρουλέτας, η επιστροφή του ταπεινωμένου ήρωα και ο ανομολόγητος έρωτας του με την αρραβωνιαστικιά του καλύτερου του φίλου - που ξέμεινε σαν ζωντανός-νεκρός στα καταγώγια της Σαϊγκόν να παίζει με το πιστόλι στον κρόταφο για να στοιχηματίζουν οι ντόπιοι. Το χρέος της φιλίας, οι ρίζες και οι δεσμοί των "κανονικών" ανθρώπων. Μία μόνο σφαίρα αρκεί. Για τον πιο τραγικά μάταιο πίδακα αίματος που εμφανίστηκε ποτέ στη μεγάλη οθόνη ή για μια τουφεκιά στον αέρα που θα χαρίσει τη ζωή σε ένα αιώνια ελεύθερο ελάφι.

Η ταινία ανοίγει με μία εικόνα σύγχρονης κόλασης στα χυτήρια που δουλεύουν οι φίλοι και κλείνει με τους εναπομείναντες της παρέας να τραγουδούν βουρκωμένοι το «God bless America». Κι όμως, δεν είναι μια πατριωτική ταινία, όπως έχει κατά καιρούς λανθασμένα κατηγορηθεί. Ούτε είναι μια αριστερή ταινία που πραγματεύεται το τραύμα του πολέμου του Βιετνάμ, όπως έχει συχνά παρερμηνευτεί. Ο «Ελαφοκυνηγός» του Cimino είναι μεν μια γροθιά στο στομάχι του θεατή, αλλά είναι και κάτι παραπάνω. Πολύ παραπάνω. Είναι ο ραγισμένος καθρέφτης μιας κοινωνίας που παίρνει τα παιδιά της από τα καμίνια των εργοστασίων και τα στέλνει να πεθάνουν σε έναν άδικο πόλεμο. Είναι το ταξικό αδιέξοδο αλλά και η αγωνία του μέσου ανθρώπου μπροστά στο άγνωστο του θανάτου. Και της ζωής επίσης. Ο «Ελαφοκυνηγός» είναι ένα σύγχρονο κινηματογραφικό έπος για τσακισμένες ψυχές που πασχίζουν να επιβιώσουν με μοναδικό εφόδιο μια και μόνο σφαίρα στη θαλάμη. Μία και μόνο γαμημένη ευκαιρία. Και που για αρκετούς που είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε μία μίζερη εργατούπολη της Πενσυλβάνια αυτή η ευκαιρία τελικά δεν πρόκειται να έρθει ποτέ.







Με την επόμενη ταινία του, την μεγαλόπνοη υπερπαραγωγή “Heaven’s Gate”, ο σκηνοθέτης Michael Cimino κατάφερε ένα διπλό χτύπημα:
α) να απογυμνώσει με τον πιο απόλυτο και σκληρό τρόπο ολόκληρη τη μυθολογία περί ηθικών αρχών που θεμελίωσαν αυτό που σήμερα αποκαλούμε "αμερικάνικο τρόπο ζωής" και
β) (επειδή το προηγούμενο προφανώς ενόχλησε κριτικούς, διανομείς και θεατές), να βάλει λουκέτο στην εταιρεία που έκανε το λάθος να τον χρηματοδοτήσει (την United Artists) και να κερδίσει επάξια μία περίοπτη θέση στη μαύρη λίστα του Χόλιγουντ.

Κατάφερε να ξανακάνει ταινίες αρκετά χρόνια αργότερα, με τη «Χρονιά του Δράκου» και μετέπειτα τον «Σικελό», όμως πια δεν ήταν παρά ένας φιλότιμος και χειραγωγούμενος μισθοφόρος - που σε τίποτα δεν θύμιζε τον σκηνοθέτη που υπέγραψε κάποτε μια ταινία σαν τον "Ελαφοκυνηγό".