Η Βασίλισσα της Χρυσαλλίδας (1ο μέρος)
Καθώς ξεπρόβαλλε μέσα από το Μεγάλο Σκοτάδι, η Χρυσαλλίδα έλαμπε σαν κάποιο θαμπό στολίδι σε σχήμα σταυρού. Είχε ήδη περάσει πολύς καιρός από τότε που η ιερή μητρόπολη άρχισε να γερνάει. Φαίνεται όμως πως οι Αρχαίοι είχαν κάνει καλή δουλειά γιατί το προστατευτικό περίβλημα κρατούσε ακόμα, και οι άνθρωποι ύψωναν καθημερινά καινούργια τείχη για να κατευνάσουν τον Κόκκινο Ωκεανό που πάλευε να τους καταπιεί μέσα στη ζεστή λάβα του. Οι Μηχανές έλεγαν ότι αυτή θα είναι η τελευταία δοκιμασία μέχρι την εκπλήρωση της προφητείας. Η δυσκολότερη και πιο μακροχρόνια δοκιμασία από όλες.
Το σιγανό βουητό των αντιβαρυτικών κινητήρων σήμανε το τέλος του ταξιδιού και ο ιπτάμενος κύβος ξεδίπλωσε τα λεπτά του πόδια σαν έντομο έτοιμο να προσγειωθεί. Η νεαρή Βασίλισσα μισόκλεισε τα μάτια της και φαντάστηκε την τεράστια έκταση που αντίκρυζε σαν κάποιου είδους μαγική σκακιέρα, με γυάλινους αξιωματικούς και πιόνια από πάγο. Τα πιόνια έλιωναν πάντα πιο εύκολα από τους αξιωματικούς, αυτό πια το είχε καταλάβει καλά. Περίεργο παιχνίδι αυτό που της είχανε μάθει στο Δορυφόρο, πιο περίεργο κι από εκείνες τις πολύχρωμες φωτογραφίες με την πεταλούδα που της είχανε δείξει, και εκείνο το άγαλμα που έμοιαζε λίγο με σκίουρο. Δεν είχε δει ποτέ της σκίουρο από κοντά, ούτε κανένα άλλο από τα ζώα που φυλάσσονταν στην Κιβωτό. Οι φήμες έλεγαν ότι είχαν πεθάνει όλα εδώ και αρκετούς αιώνες.Πόσα χρόνια να έχουν περάσει από τη Σχάση; αναρωτήθηκε από μέσα της η Βασίλισσα και βάλθηκε να μετράει μέχρι που μπερδεύτηκε. Ευχήθηκε να έχουν περάσει αρκετά ώστε να πραγματοποιηθεί επιτέλους η προφητεία και να μπορέσει να βγει άφοβα Έξω. Αν και ήξερε καλά ότι έπρεπε να περάσουν κι άλλα τόσα χωρίς να δουν ποτέ οι άνθρωποι τον ήλιο, χωρίς να αντικρύσουν ποτέ τους τα περιβόητα αστέρια και το μυθικό φεγγάρι της προφορικής παράδοσης του λαού της. Μέχρι που την έστειλαν σ΄αυτό το ταξίδι και τον είδε με τα μάτια της, πίστευε ότι ο Δορυφόρος δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Οι Μηχανές της έδειξαν πώς να περπατάει πάνω στην επιφάνεια του χωρίς να πέφτει. Οι Μηχανές ήξεραν πολλά τελικά.
Δεν είχε καμία όρεξη να παντρευτεί τον Δυνάστη, το Ιερό Συμβούλιο όμως ήταν σαφές. Και η επιθυμία του Συμβουλίου ήταν διαταγή ακόμα και για μια Βασίλισσα - ιδίως τόσο μικρή σε ηλικία. Άφησε να της ξεφύγει ένας μελοδραματικός αναστεναγμός. Ο Πρωθιερέας το πρόσεξε και ψιθύρισε κάτι στον Αρχιεπίσκοπο, που γύρισε να την κοιτάξει αυστηρά. Δεν ήταν καλή ιδέα να έρθει σε σύγκρουση μαζί του, την τελευταία φορά είχε τρομάξει πάρα πολύ από τις υπερφυσικές του δυνάμεις και το τρίτο μάτι που είχε κρυμμένο μέσα στην παλάμη του. Χαμήλωσε το βλέμμα της και περίμενε υπομονετικά να αποβιβαστούν στον ανατολικό παγετώνα. Στο μαγικό αεροδιάδρομο τους υποδέχτηκαν δύο μυστακιοφόροι αξιωματούχοι με περίεργα καπέλα και τους οδήγησαν στο τοτέμ τους, που γρήγορα ανυψώθηκε και χώθηκε με ταχύτητα μέσα στο κεντρικό φαράγγι του τέταρτου τομέα.
Όλοι οι δρόμοι της Χρυσαλλίδας οδηγούσαν στο κέντρο της, στο Ιερό Μάτι του Παντεπόπτη, τη μοναδική και απόλυτη δύναμη που εξουσίαζε τον πληθυσμό της Πόλης. "Ο πύργος του μονόφθαλμου". Κάποτε είχε ακούσει κάποιους να τον αποκαλούν έτσι μυστικά. Της φάνηκε αστείο τώρα που το ξανασκέφτηκε και κρατήθηκε να μη γελάσει. Οι Μηχανές της είχαν εξηγήσει ότι οι αρχιερείς φρόντιζαν να μεταφέρουν τις διαταγές του Παντεπόπτη στον κόσμο, αφού βέβαια τις είχαν πρώτα μεταφράσει στη δική τους γλώσσα. Η Βασίλισσα είχε καταλάβει ότι στην ουσία ακολουθούσαν κατά γράμμα όσα τους έλεγαν οι Μηχανές από το Δορυφόρο, ενώ παράλληλα χρησιμοποιούσαν εκείνην και τον Δυνάστη για διακοσμητικούς κυρίως λόγους. Ο Αρχιεπίσκοπος επέμενε ότι ο γάμος τους θα βοηθούσε να εξυψωθεί ξανά το ηθικό του λαού σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες. Είχε δίκιο, γιατί όπου και να πήγαινε τη λάτρευαν σα θεότητα. Η Βασίλισσα της Χρυσαλλίδας... Κοίταξε γρήγορα την αντανάκλασή της για να ελέγξει ότι όλα πάνω της ήταν τέλεια. Σε λίγο θα άρχιζε η τελετή.
Ο ηλικιωμένος Δυνάστης έδειχνε πολύ εντυπωσιακός μέσα στην επίσημη στολή του, ένα περίτεχνο σκάφανδρο που τον προστάτευε από τις δυσμενείς συνθήκες του Έξω. Η αλήθεια είναι ότι είχε αναγκαστεί να βγει Έξω μόνο μία φορά, κι αυτή μέσα σε ιπτάμενο κύβο. Και δεν του άρεσε καθόλου να πετάει. Άνοιξε τα φτερά του όπως πρόσταζε το πρωτόκολλο και περίμενε έτσι ακίνητος τη νεαρή Βασίλισσα να έρθει κοντά του. Όσο τον πλησίαζε, τόσο περισσότερο της φαινόταν σα να προχώραγε προς την αγκαλιά μίας γιγάντιας μύγας που περιμένει να τη φάει. Τις σιχαινόταν τις μύγες - μόνο αυτές και οι κατσαρίδες είχαν επιβιώσει από την Καταστροφή. Ξανακόιταξε τον κορδωμένο Δυνάστη. Δεν της άρεσε καθόλου η σκέψη ότι αυτό το τέρας θα την άγγιζε. Πόσο μάλλον ότι θα έπρεπε να ξαπλώσει μαζί του χωρίς προστατευτικό κέλυφος. Ανατρίχιασε.
Η ιστορία αυτή (όπως και η συνέχεια της) είναι εμπνευσμένη από τα σχόλια πάνω στις αφηρημένες εικόνες ενός προηγούμενου post (Αφηγηματικό Καλειδοσκόπιο). Για τις ανάγκες της αφήγησης, απομόνωσα κάποιες λεπτομέρειες των εικόνων και τις επεξεργάστηκα κατάλληλα, έτσι ώστε να τονίζουν τις παρατηρήσεις των σχολίων και να εξάπτουν περισσότερο τη φαντασία.










