26 Ιαν 2007

Ο Μαρμαρωμένος Σεκιουριτάς

Αφού δεν έγραψα τίποτα χθες και κινδυνεύω να θεωρηθώ πραγματικά υπερόπτης με τις προηγούμενες απαξιωτικές μου αμπελοφιλοσοφίες, ορίστε και μία πρώτη λογοτεχνική απόπειρα:


ΕΞΩ

Ο πρώτος άνθρωπος που τον πρόσεξε ήταν η Ρούλα, η καινούργια κοπέλα που δούλευε στο κομμωτήριο της Χαράς. Έχοντας λούσει και ξεβγάλει κεφάλια, ανακατέψει βαφές και σκουπίσει τρίχες, ξανά και ξανά, η Ρούλα συνειδητοποίησε ότι πρέπει επειγόντως να βγει έξω στο δρόμο για να κάνει ένα τσιγάρο και να χαμογελάσει στον πρώτο ωραίο γκόμενο που θα της ρίξει έστω και μία κλεφτή ματιά. Σήκωσε το κεφάλι της να κόψει κίνηση και αμέσως απογοητεύτηκε. Οικογενειάρχες με ψώνια, Πακιστανοί με μπιχλιμπίδια, δύο μαύροι που γελούσαν, κάτι πιτσιρικάδες με σπυράκια, ένας μεσήλικας Ρώσος λερωμένος με μπογιές και τιγκαρισμένος με βότκα. Μωρά σε καρότσια και βιαστικές γυναίκες, οι περισσότερες γριές. Τα συνηθισμένα. Και τότε τον είδε να στέκεται μόνος του στη νησίδα, ψηλός κι αγέρωχος, με βλέμμα γεμάτο μυστήριο και ζυγωματικά που θα ζήλευε πρωταγωνιστής βραζιλιάνικης σαπουνόπερας. Λες και ήξερε την κρυφή αδυναμία της, φορούσε μια σκούρα στολή σεκιουριτά που τον έκανε να δείχνει ακόμα πιο ξεχωριστός. Τ’ αυτοκίνητα και τα λεωφορεία σφυρίζαν γύρω του, τρέχοντας να προλάβουν το φανάρι όσο ήταν ακόμα πορτοκαλί. Το πράσινο για τους πεζούς άναψε και ο γοητευτικός άγνωστος δεν κουνήθηκε. Χωρίς καν να ζητήσει άδεια από την κυρία Χαρά ή να τον χάσει από τα μάτια της, η Ρούλα βγήκε έξω και άναψε τσιγάρο. Το φανάρι έγινε κόκκινο, μετά πράσινο και ξανά κόκκινο. Ο ωραίος σεκιουριτάς παρέμενε εκεί, ευθυτενής και ακίνητος σαν άγαλμα. «Κάτι δεν πάει καλά εδώ» σκέφτηκε η Ρούλα. Πετάχτηκε στο περίπτερο του κυρ-Στέλιου να ζητήσει μια δεύτερη γνώμη και κατάφερε να τον πείσει να κοιτάξει κι αυτός. «Παράξενο, πραγματικά παράξενο» αποφάνθηκε ο Κυρ-Στέλιος, και βγήκε από το καβούκι του για να φωνάξει. «Ε, φίλε! Είσαι καλά;» Τώρα πια τον είχαν προσέξει κι άλλοι - οι περισσότεροι κάνανε χάζι και τον πειράζανε πετώντας ηλίθια σχόλια. Η Ρούλα αποφάσισε να αναλάβει δράση και διέσχισε γρήγορα τον δρόμο προκαλώντας ένα γερό κορνάρισμα. Στην αρχή δεν έβρισκε το θάρρος να τον αγγίξει. «Σου συμβαίνει κάτι μήπως; Είσαι εδώ κάνα τέταρτο και δεν λες να περάσεις απέναντι». Σιωπή. Ούτε που την κοίταξε. Πριν προλάβει να κάνει άλλη μια προσπάθεια, διάφοροι αυτόκλητοι σωτήρες είχαν μαζευτεί στη νησίδα μαζί τους και τον πιάναν από τους ώμους και τα χέρια. Ο μαρμαρωμένος σεκιουριτάς δεν αντέδρασε καθόλου, ούτε όταν τον σηκώσανε σαν κούτσουρο με το ζόρι και τον εναποθέσανε στο απέναντι πεζοδρόμιο. Η κυρία Χαρά πρότεινε να τον πάνε μέσα, να καθήσει κάπου ο άνθρωπος μπας και συνέλθει. Τον τοποθέτησαν στην πολυθρόνα, μπροστά στον καθρέφτη. Αφού έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα να διώξει τους περίεργους που είχανε κολλήσει τις μούρες τους στη τζαμαρία, η Ρούλα πήγε μέσα και έβαλε να φτιάξει καφέ. Ονειρευόταν ήδη ότι ο μυστηριώδης άγνωστος θα συνερχόταν μόνο με ένα φιλί της, όπως στα παραμύθια. Θα της ζητούσε να βγούνε κάπου ρομαντικά, και εκεί θα της έλεγε τη δίχως άλλο τραγική ιστορία του. Εκείνη θα του έπιανε τρυφερά το χέρι να τον παρηγορήσει, και τότε εκείνος... Η στριγκλιά της κυρίας Χαράς πάγωσε το αίμα στις φλέβες της.

ΜΕΣΑ

Τον χτύπησε αναπάντεχα, καθώς διέσχιζε την Αχαρνών για να επιστρέψει σπίτι. Μία ύπουλη και σκοτεινή σκέψη ήρθε και τρύπωσε στην ψυχή του, και με ταχύτητα αστραπής μεταμορφώθηκε σε ένα απόλυτο και απέραντο υπαρξιακό κενό που δεν περίμενε ποτέ ότι είναι ικανός να νιώσει. Παρέλυσε. Του επιτέθηκαν φευγαλέες εικόνες από το παρελθόν και συγκεχυμένες στιγμές από ένα εφιαλτικό μέλλον, ανακατεμένες με ήχους από το τη φασαρία του δρόμου που τον περικύκλωνε. Λέξεις όπως «πατέρας», «οικογένεια», «μισθός», «διαμέρισμα» και «πατρίδα» έχασαν απότομα το νόημα τους κι έγιναν άναρθροι ψίθυροι που παρασύρθηκαν και χάθηκαν στο βουητό του μποτιλιαρίσματος. Ήταν σαν να βρίσκεται πάλι κοντά στη θάλασσα, πίσω στο νησί του, εκεί στην άκρη του μώλου που του άρεσε να πηγαίνει μόνος του τα βράδια και να βρίσκει καταφύγιο στο υγρό σκοτάδι. Τα κορναρίσματα κι οι φωνές έγιναν κύματα που γλείφουν την προκυμαία, οι άνθρωποι γύρω του παρασύρθηκαν από τον αφρό τους και οι διαφημιστικές πινακίδες βούλιαξαν αργά στο βυθό του λιμανιού. Αφέθηκε στο αεράκι που άφησε πίσω του ένα διερχόμενο λεωφορείο και έκλεισε τα μάτια του. Απόλυτη σιωπή. Απόλυτη γαλήνη. Για πρώτη φορά στη ζωή του ένιωσε να βρίσκεται σε τέτοια αρμονία με το σύμπαν, λες και ήταν ξανά έμβρυο που κολυμπούσε κουλουριασμένο στην κοιλιά της μάνας του. Πέρα μακριά, μια γυναικεία φωνή του μιλούσε γλυκά, κι η φωνή της ξεμάκραινε μέχρι που έσβησε στο κενό. Χέρια αγγίζανε το κορμί του, αλλά αυτός δεν ήταν πια εκεί για να τον νοιάξει. Τον σηκώσανε ψηλά και ήταν σα να πετούσε, ελεύθερος από επαγγελματικές υποχρεώσεις, σκοτούρες τις καθημερινότητας και δάνεια που περιμέναν να ξεπληρωθούν. Ο αρχικός του φόβος είχε πια υποχωρήσει τελείως όταν τον έβαλαν να καθήσει απέναντι στον καθρέφτη – το έβλεπε και στο πρόσωπο του. Το πρόσωπο ενός ανθρώπου που είχε δραπετεύσει ήδη. Μόνο μια λεπτομέρεια τον χώριζε από την ολοκλήρωση της ευτυχίας του. Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, μια φράση πρόλαβε κι ανέβηκε στην επιφάνεια του μυαλού του. «Πάρε μου λίγο το σβέρκο» σκέφτηκε να πει στη γυναίκα που τον κοίταζε ακόμα με απορία. Χαμογέλασε. Με μια γρήγορη κίνηση άρπαξε το ψαλίδι από τον πάγκο και το έμπηξε στο λαιμό του, κόβοντας τον πέρα για πέρα.

7 σχόλια:

Rodia είπε...

Απαπαπαπαπα! πολύ μακάβριο! το περίμενα λιγότερο ωμό... Με άφησε ξερή λέμε!:-Ρ

Δες και μια άλλη πρόταση: κόβω το κεφάλι μου
http://rodiat5.blogspot.com/2007/01/blog-post_19.html

αμμος είπε...

Ωραίος, μπλέκει πολύ καλά το υπαρξιακό με το στοιχείο του τρόμου. [Σκέφτηκα πως φέρνουμε φρέσκο αίμα στην μπλογκόσφαιρα και με τηνκυριολεκτική και τη μεταφορική έννοια.]

Helix Nebulae είπε...

@Ροδιά: αν αυτό είναι ωμός και μακάβριο, το δικό σου τι είναι;

@Αμμος: Μετάγγιση αίματος, σάλιου και άλλων bodily fluids - όπως έλεγε κι εκείνος ο στρατηγός στο Dr. Strangelove.

Rodia είπε...

«Στο δικό μου είναι ξεκάθαρο το παράλογο στοιχείο, ενώ εδώ η εικόνα μιλά από μόνη της, χωρίς δεύτερη ανάγνωση..»
Ετσι σκεφτόμουν, ώσπου είδα την απάντηση του/της άμμου, που το διάβασε και μεταφορικά -κάτι που δεν μπόρεσα να πετύχω με την πρώτη!
σόρρυ...:-))

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Κι αν η κυρία κομμώτρια συνέχιζε να του καθαρίζει το σβέρκο;

Helix Nebulae είπε...

@Ροδιά
Συγχωρεμένη :-) Νομίζω ότι όλα σχεδόν τα κείμενα σηκώνουν μια δεύτερη ανάγνωση. Κάτι που ενίοτε είναι εις βάρος τους βέβαια.

@Αντουανέτα (μη Μαρία)
Είναι προφανές ότι έχετε τραυματικές εμπειρίες όσον αφορά τον αποκεφαλισμό. Λυπάμαι αν σας τάραξα.

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Ωωω μη νοιαζεστε..Οι κομμένες κεφαλές που λέει κι ένας αγαπημένος συγγραφέας...